Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Σουρεάλ Ιστορίες Ι

Κάθε τόσο παίζουμε κάτι σαν παιχνιδάκι. Δίνουμε ο ένας στον άλλον τυχαίες λέξεις και πρέπει με αυτές να φτιάξει ο καθένας μια ιστορία.

Λίστα με λέξεις:

Πένα Κοχύλι Ροοστάτης (ποτενσιόμετρο) Ανεμιστήρας Αδιάθετη (θηλ.) Προορισμός Χαλούμι Στόχος Διαφαινόμενο/η Αισχύλος Συνδρομή


Η Ιστορία

Ήταν βράδυ και έβρεχε. Τα αυτοκίνητα με είχαν κάνει λούτσα κάτω από την ομπρέλα και τα νεύρα μου ζαρτιέρες. Ξαφνικά πέρασα μπροστά από ένα επιβλητικό κτίριο με μια πινακίδα ψηλά, που έλεγε "Ίδρυμα Αισχύλος". Δεν είχα ιδέα τι ήταν, αλλά μπήκα μέσα μπας και στεγνώσω λίγο. Δεν υπήρχε καθόλου κόσμος μέσα. Προχώρησα προς τα μέσα, σε έναν μακρύ διάδρομο που οδηγούσε σε μια τεράστια πόρτα. Αφήνοντας πίσω μου μια διακεκομμένο γραμμή από σταγόνες που έσταζαν από τα ρούχα μου, μπήκα μέσα.

Το δωμάτιο ήταν γεμάτο περίεργα μηχανήματα. Ένας ανεμιστήρας από εδώ, ένας ανεμιστήρας από εκεί, παντού ροοστάτες, μοχλοί και κουμπιά. Υπήρχε και μια μικρή οθόνη, μέσα από την οποία φαινόταν η εξής πρόταση: "Το κοχύλι είναι ο στόχος". Ξαφνικά ακούστηκε μια δυνατή σειρήνα και εγώ, από την τρομάρα μου, έπεσα κάτω. Βοήθησε και το γεγονός ότι το νερό που έσταζε από τα ρούχα μου είχε κάνει λιμνούλα κάτω από τα πόδια μου. Βλαστήμησα. Καθώς πήγαινα να σηκωθώ, στήριξα το χέρι μου σε ένα τραπέζι και κατά λάθος πάτησα δύο κουμπιά. Άρχισαν να στροβιλίζονται όλα, και η διαφαινόμενη απειλή έκανε όλη μου τη ζωή να περάσει από μπροστά μου...

Ξύπνησα, ούτε και εγώ ξέρω πόση ώρα αργότερα, σε ένα λευκό, μαλακό πάτωμα και μου μύριζε αόριστα κάτι αλμυρό. Από πάνω μου έβλεπα συννεφιασμένο ουρανό, φωτεινό, αλλά δεν υπήρχε πουθενά ο ήλιος, πράγμα περίεργο, γιατί δεν υπήρχαν πουθενά βουνά ή δέντρα για να τον κρύβουν. Μέχρι να σηκωθώ όρθια κατάλαβα ότι το "πάτωμα" ήταν μια απέραντη έκταση από χαλούμι. Αντί για χώμα ή άμμο, όλο το έδαφος ήταν χαλούμι. Αυτό εξηγούσε και τη μυρωδιά. Κοίταξα γύρω γύρω και είδα μια παραλία πιο πέρα. Πλησίασα έχοντας μια υποψία που τελικά αποδείχτηκε αληθινή. Η θάλασσα ήταν από άλμη. Έβλεπα μικρά κοχυλάκια γύρω γύρω και θυμήθηκα αυτό που είχα δει στην οθόνη νωρίτερα, και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι τίποτα δεν ήταν νορμάλ.

Ξαφνικά δημιουργήθηκε μια ρωγμή στο χαλουμένιο έδαφος και ένα λουλούδι από ροκφόρ φύτρωσε πολύ γρήγορα και εβγαλε ένα τεράστιο μπουμπούκι. Το μπουμπούκι άνοιξε σιγά σιγά τα πέταλά του, και από μέσα ξεπρόβαλε μια πένα με μεταλλική μύτη. Πήγα να την αγγίξω, αλλά εκείνη "πήδηξε" στο άσπρο έδαφος και άρχισε να γράφει με μαύρο μελάνι πάνω στο χαλούμι. "Αύριο θα είσαι αδιάθετη". Λογικό, σκέφτηκα. Πλησίαζαν οι μέρες της περιόδου μου. Αλλά η πένα πού το ήξερε; Αποφάσισα να το προσπεράσω, γιατί αυτό ήταν το λιγότερο με όλα όσα μου έχουν συμβεί τα τελευταία λεπτά. Είπα στην πένα "Το κοχύλι είναι ο στόχος". Μου ζωγράφισε ένα βέλος. Ακολουθώντας την πορεία του βέλους, βρήκα ένα κοχύλι. Αυτό, ευτυχώς, δεν ήταν φτιαγμένο από χαλούμι.




Το μάζεψα από κάτω και το έβαλα στο αυτί μου να δω αν ακουγόταν η (αλμυρή) θάλασσα. Μόλις το πλησίασα πάνω μου, αυτό άρχισε να απορροφάει όλο το νερό από τα ρούχα μου, αφήνοντάς με επιτέλους στεγνή. Μετά άρχισε να μεγαλώνει και με ρούφηξε σε μια δίνη που με έκανε να επιστρέψω πίσω στο δωμάτιο με τους ροοστάτες και τους ανεμιστήρες. Αναλογίστηκα λίγο όσα είχαν συμβεί. Το κοχύλι είναι ο στόχος; Και το μόνο που έκανε ήταν να με στεγνώσει; Ο στόχος μου ήταν να στεγνώσω από τα νερά της βροχής; Αυτό ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή μου; Σοκαρίστηκα...

Γύρισα προς την κεντρική είσοδο από όπου είχα μπει, και δεξιά μου, λίγο πριν την πόρτα είχε ένα κουρί με δωρεές στο Ίδρυμα Αισχύλος. Άφησα τη (γενναία) συνδρομή μου, άφησα την ομπρέλα πίσω μου, και ξαναβγήκα στη βροχή, προσπαθώντας να βρω έναν νέο προορισμό...

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Ναι, είμαι χοντρή! ΚΑΙ; Τί σε νοιάζει εσένα;

Λοιπόν, μπορεί να είμαι χοντρή, χοντρέλω, τοφάλα, τέρας, φάλαινα, βούδας, τρίφυλλη ντουλάπα, και όλα τα υπόλοιπα υπέρκομψα που έχω ακούσει κατά καιρούς, αλλά GUESS WHAT! ΤΟ ΞΕΡΩ! ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑ, ΌΧΙ ΔΙΚΟ ΣΑΣ!
Ναι, ξέρω ότι ζυγίζω έναν τόνο. Το νιώθω και εγώ το ασανσέρ ή το αυτοκίνητο να "βουλιάζει" όταν μπαίνω μέσα. Βλέπω και ακούω σχόλια που κάνουν για άλλα άτομα με παραπάνω κιλά (ακόμα και άτομα πολύ πιο αδύνατα από μένα) και αισθάνομαι ακόμα πιο άσχημα. Ακούω άτομα να λένε ότι έχουν γίνει χοντρές επειδή πήραν 3 κιλά παραπάνω και το παντελόνι τους δεν κλείνει, και σκέφτομαι "εγώ τί να πω που σε περνάω 40 κιλά;;; αν είσαι εσύ χοντρή εγώ τί είμαι; πρέπει να αυτοκτονήσω;". Ναι, έχω βρεθεί στη δυσάρεστη θέση να μη βρίσκω ρούχα στο νούμερό μου. Μου έχει τύχει ακόμα και σε μαγαζί με μεγάλα νούμερα. Μου έχει συμβεί να με κοιτάνε περίεργα στη θάλασσα, σαν να τους παραβιάζω την παραλία και έπρεπε να μείνω κλεισμένη μέσα για να μη με βλέπουν και προσβάλλω την αισθητική τους.
Ο κοινωνικός ρατσισμός που αντιμετωπίζω με έχει κάνει να μισώ τον εαυτό μου. Και σαν να μη φτάνει αυτό, έχω και τους μαλάκες που κάνουν σαν να είναι δικό τους πρόβλημα, και σαν να επιβαρύνονται οι ίδιοι από τα δικά μου επιπλέον κιλά! Το πως νιώθω για τον εαυτό μου (όπως και τα περισσότερα "υπέρβαρα" (ακούγεται σαν ασθένεια, έτσι;;; άτομα), είναι ήδη υπερβολικά άσχημο για να φορτωθώ επιπλέον και τις δικές σας μαλακίες!
Και ναι, το ξέρω ότι αν έτρωγα λιγότερο και έκανα γυμναστική θα αδυνάτιζα. Αν ήταν τόσο απλό, μαντέψτε! Θα το είχα ήδη κάνει! Ή νομίζετε ότι είστε οι πρώτοι και οι μοναδικοί που μου λέτε ότι αν κάνω δίαιτα θα αδυνατίσω, και ότι αυτό είναι κάτι που δεν ξέρω και δεν έχω ξανακούσει ποτέ;
Λοιπόν, ΆΝΤΕ ΓΑΜΗΘΕΙΤΕ, ΓΙΑΤΙ ΠΟΛΥ ΜΕ ΈΧΕΤΕ ΉΔΗ ΓΑΜΗΣΕΙ! ΝΑ ΠΑΤΕ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΚΑΙ ΝΑ ΜΕ ΑΦΗΣΕΤΕ ΉΣΥΧΗ ΜΕ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΜΟΥ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΉΔΗ ΠΟΛΛΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΛΕΚΩ ΚΑΙ ΜΕ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ, Ή ΓΙΑ ΝΑ ΜΕ ΚΑΝΕΤΕ ΚΑΙ ΕΜΕΝΑ ΤΗΝ ΊΔΙΑ ΝΑ ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ ΣΑΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΔΙΚΟ ΣΑΣ!

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Tristessa

Tristessa… Σημαίνει Θλίψη... Η λέξη πήρε το όνομά της από μια όμορφη κοπέλα που την έλεγαν έτσι... Είχε πολύ μακριά, εβένινα μαλλιά, 2 ασημένια μάτια και χειλάκια όμορφα,  κόκκινα, έτοιμα να τα φιλήσεις.  Το δέρμα της ήταν λευκό, το σώμα της είχε καμπύλες  και συνήθως φορούσε λευκά ρούχα. Κάποτε αγάπησε έναν άντρα. Δεν είχε εμπειρίες και έτσι δεν ήξερε πώς να φερθεί για να τον κερδίσει. Προσπάθησε πολύ. Ίσως υπερβολικά. Δεν είχε φίλους να την προειδοποιήσουν και δεν ήθελε να ακούσει τη μητέρα της που της έλεγε να τον προσέχει γιατί φαινόταν κακός άνθρωπος. Τελικά γνωρίστηκαν. Τη μέρα που του πρωτομίλησε έτρεμε η φωνή της. Σιγά σιγά άρχισε να την προσέχει ο άντρας εκείνος. Εκείνη αισθανόταν μια φλόγα να φουντώνει μέσα της. Μια φλόγα που ξεπερνούσε οτιδήποτε άλλο είχε νιώσει ποτέ. Η Tristessa είχε αναλωθεί ολοκληρωτικά από αυτό το τόσο κυριευτικό συναίσθημα. Ξυπνούσε με τη σκέψη του και κοιμόταν με την εικόνα του στη φαντασία της. Όταν τελικά του είπε πως είναι ερωτευμένη μαζί του, εκείνος την κοίταξε με βλέμμα λάγνο, κάτι που η Tristessa ως άπειρη κοπέλα δεν αναγνώρισε. Εκείνος την πήρε σπίτι του, της έκανε πράγματα που δεν της είχε ξανακάνει κανείς μέχρι τότε. Έζησε μαζί του την απόλυτη ηδονή. Έζησε για λίγες ώρες την απόλυτη ευτυχία. Μετά δεν τον ξαναείδε ποτέ. Πέρασε καιρός, έψαξε και ρώτησε παντού, αλλά είχε εξαφανιστεί. Και αυτό το πάθος που κάποτε την έκανε ευτυχισμένη άρχισε να μετατρέπεται σε οργή... Ορκίστηκε αν τον ξαναδεί να τον βασανίσει και να τον σκοτώσει για το κακό που της έκανε. Απελπίστηκε και η οργή έγινε ατόφια δυστυχία... Πέταξε όλα τα λευκά ρούχα που είχε και δεν τα ξαναφόρεσε ποτέ. Μαύρα ήταν όλα τα ρούχα που θα φορούσε από εδώ και πέρα. Από τη θλίψη της, και χωρίς να καταλαβαίνε ότι δεν έφταιγε η ίδια άρχισε να αυτοτιμωρείται. Άρχισε να χαράζει το σώμα της. Είχε γεμίσει σημάδια από χαρακιές παντού. Έβγαλε το δεξί της μάτι και της έμεινε ένα κάθετο σημάδι στη θέση του, που ξεκινούσε από το φρύδι και τελείωνε στο μάγουλο. Το αριστερό της μάτι έχασε τη λάμψη του γιατί η Tristessa, βιώνοντας την απόλυτη θλίψη και ανείπωτο πόνο, δε σταμάτησε ποτέ να κλαίει...